Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτυπώνω
- απόδοση: ο δια της πιέσεως σχηματισμός περιγράμματος σώματος επί επιφανείας / σχηματίζω αποτύπωμα / η ενέργεια της αποτύπωσης / διατηρώ κάτι ζωηρά στην μνήμη μου / εκφράζω σκέψεις ή συναισθήματα με ακρίβεια & έντονη παραστατικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το συμβάν αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στην μνήμη του χαρακτηρίζοντας την προσωπικότητά του





