Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποχαυνώνω
- απόδοση: οδηγώ σε κατάσταση νωθρότητος & πλήρους αδρανείας δια ενεργειών μου / αποβλακώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποχαυνώθηκε πλήρως από την αφόρητη θερμοκρασία που επικρατούσε στην αίθουσα





