Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμοιράζω
- απόδοση: μοιράζω / διανέμω / μοιράζομαι με κάποιον κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άκληρος ων αποφάσισε να διαμοιράσει τα περιουσιακά του στοιχεία σε οικεία πρόσωπα





