Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σταθμίζω
- απόδοση: εξετάζω με μεγάλη προσοχή λαμβάνοντας υπ΄ όψιν όλα τα δεδομένα & τις παραμέτρους προτού ενεργήσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στάθμισε τα πράγματα & αποφάσισε να απέχει των εξελίξεων





