Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξιχνιάζω
- απόδοση: βρίσκω την αλήθεια σχετικά με κάτι κυρίως για γεγονός / διαλευκάνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξιχνιάσθηκε το μυστήριο της εξαφάνισης του χαρτοφύλακα του πατέρα
το έγκλημα εξιχνιάσθηκε & ο δράστης είναι ήδη προφυλακισμένος





