Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιχάσκω
- απόδοση: επί επιφανείας φέρω σχισμές / μένω με το στόμα ανοικτό / ορέγομαι σφοδρώς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ό,τι επιχάσκει τα πληθωρικά στήθια της





