Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξομαλύνω
- απόδοση: μεταβάλλω κάτι σε επίπεδο ή λείο / διευθετώ κάτι προκειμένου να εξελιχθεί σύμφωνα με ορισμένους κανόνες & άνευ παρεκκλίσεων από αυτούς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξομαλύνθηκε η κοινωνική αναταραχή δια της επιβολής του στρατιωτικού πραξικοπήματος





