Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μετουσιώνω
- απόδοση: μεταβάλλω την φυσική υπόσταση πράγματος / αλλάζω την ουσία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των ενεργειών του μετουσιώθηκε το επιθυμητό σε υπαρκτό





