Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επανεντάσσω
- απόδοση: εντάσσω κάποιον ή κάτι εκ νέου εκεί που άνηκε προηγουμένως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως πρώην ναρκομανής επιδιώκει να επανενταχθεί ενεργά στο κοινωνικό σύνολο





