Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυτενεργώ
- απόδοση: ενεργώ με δική μου παρόρμηση / ενεργώ αυτόβουλα χωρίς να παρακινούμαι από άλλο πρόσωπο ή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αυτενεργεί προκειμένου να λύσει το συνειδησιακό του πρόβλημα





