Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρακινώ
- απόδοση: με τα κατάλληλα λόγια ή την αρμόζουσα συμπεριφορά προτρέπω ενθαρρύνω κάποιον σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον παρακινεί σε τολμηρές & παρακινδυνευμένες ενέργειες





