Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θωρακίζω
- απόδοση: επενδύω κάτι με χαλύβδινες συνήθως πλάκες προκειμένου να το προστατεύσω από βολή βλημάτων μεγάλης ισχύος / δημιουργώ υψηλού βαθμού συνθήκες προστασίας προκειμένου να καταστήσω κάτι απρόσβλητο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θωράκισε τους τοίχους του κοσμηματοπωλείου ώστε να είναι απρόσβλητο από πιθανή διάρρηξη





