Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσυμφωνώ
- απόδοση: καταλήγω σε ανεπίσημη συμφωνία προ της οριστικής / αποφασίζω με άλλους παρασκηνιακά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μείωση δαπανών ήταν προσυμφωνημένη η όλη δε διαπραγμάτευση έγινε για το θεαθήναι





