Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διεκπεραιώνω
- απόδοση: ολοκληρώνω διαδικασίες απαραίτητες για την ρύθμιση ζητήματος / η ενέργεια της ταξινόμησης υλικού από αρμόδιο υπάλληλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τις αμφιβολίες διεκπεραίωσε την υπόθεση με επιτυχία





