Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επισυνάπτω
- απόδοση: υποβάλλω έντυπο μαζί με κάποιο άλλο με το οποίο σχετίζεται
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λησμόνησε να επισυνάψει το παραστατικό αγοράς & εκλήθην από το λογιστήριο





