Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χρωματίζω
- απόδοση: καλύπτω κάποια επιφάνεια με χρώμα / βάφω / εκφράζομαι με ιδιαίτερο τρόπο προκειμένου να τονίσω συναισθήματα ή σκέψεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
χρωμάτισε τη φωνή του προκειμένου να δώσει συναισθηματική έμφαση





