Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποχρωματίζω
- απόδοση: αφαιρώ το υφιστάμενο χρώμα / ξεβάφω / αποχαρακτηρίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ζητήθηκε να αποχρωματίσει τα γραφόμενα που προόριζε για τον επικήδειο του εκλιπόντος





