Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φιλοτεχνώ
- απόδοση: παράγω κάτι με προθέσεις καλλιτεχνικές / δημιουργώ κάτι με ζήλο & μαστοριά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φιλοτέχνησε με ζήλο το πορτραίτο του Υπουργού





