Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δικαιώνω
- απόδοση: απαλλάσσω φυσικό ή νομικό πρόσωπο από κάθε κατηγορία που το βαρύνει / αναγνωρίζω εκ των υστέρων ως ορθό ή δίκαιο / αποδεικνύω εκ των υστέρων την ορθότητα απόψεων ή το αληθές καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με την παρέλευση ετών τον δικαίωσε η Ιστορία





