Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτροχιάζω
- απόδοση: οδηγώ όχημα κινούμενο σε σιδηροτροχιές εκτός τροχιάς / παρεκτρέπομαι απομακρυνόμενος από την αρμόζουσα συμπεριφορά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω υπερβολικής νευρικότητος εκτροχιάσθηκε η συμπεριφορά του





