Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γεύομαι
- απόδοση: δοκιμάζω γεύση φαγητού ή ποτού / αποκτώ εμπειρία σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
γεύθηκα το φαγητό το ομολογουμένως εξαίρετο & με κατέλαβε σιελόρροια
κατά τα παιδικά του διαμορφώθηκε από τον γεννήτορα γευόμενος την εμπειρία της χειροδικίας





