Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γίνομαι
- απόδοση: όταν το υποκείμενο περνά από μία ιδιότητα σε μία άλλη / για κάτι που παίρνει οριστική μορφή / σε ερωτηματικές προτάσεις δηλώνει συγκεκριμένη κατάσταση / κάτι το οποίο δημιουργείται / κάτι που συμβαίνει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άλλα ζήτησα & άλλα έγιναν
έλα να δεις τι έγινε
έγινε…
λ αντικείμενο πειραματισμών
λ αντιληπτό & στον πλέον ανυποψίαστο άτομο
λ γνωστό
λ ήδη μία πρώτη νύξη
λ σαφής εξ όσων είπε
λ σωρεία λαθών





