Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
γνωρίζω
- απόδοση: κατέχω γνώση ως αποτέλεσμα μάθησης / διατηρώ ήδη σχέσεις / αναγνωρίζω / αποκτώ κάποια εμπειρία / κάνω γνωστό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
γνωρίζει…
λ εις βάθος την υπόθεση
λ καλά > ικανοποιητικά Γερμανικά
λ μεγάλη άνθηση
λ πολλά προσποιούμενος άγνοια
λ τα πάντα με το νι και με το σίγμα
λ τα πράγματα εκ των ένδον > εκ των έσω
λ τα συμβαίνοντα στο παρασκήνιο
λ το αντικείμενο της εργασίας του επαρκώς
λ το πόσο να τεντώσει το σχοινί
λ το πώς να την χειρισθεί επιτυχώς
λ το πώς να φερθεί





