Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πανηγυρίζω
- απόδοση: εκφράζω με υπερβολή συναίσθημα χαράς ή ικανοποίησης που προκλήθηκε από ευτυχές συμβάν / θριαμβολογώ / εορτάζω θρησκευτική εορτή με πανήγυρη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με παιδιάστικη συμπεριφορά πανηγυρίζουν το νικηφόρο ποδοσφαιρικό αποτέλεσμα





