Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρωτοτυπώ
- απόδοση: δημιουργώ κάτι νέο χωρίς να βασίζομαι σε καθιερωμένα πρότυπα / πλάθω έργο που ξεχωρίζει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνηθίζει να πρωτοτυπεί με τον τρόπο που επιλέγει για την παρουσίαση των καλλιτεχνημάτων του





