Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξανθρωπίζω
- απόδοση: βελτιώνω άτομο ή σύνολο ατόμων κυρίως από ηθική άποψη / βελτιώνω κάτι ώστε να πάψει να είναι απάνθρωπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έπεσαν στο κενό οι φιλότιμες προσπάθειες του προκειμένου να τον εξανθρωπίσει





