Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ησυχάζω
- απόδοση: κάνω ησυχία / περιέρχομαι σε κατάσταση ησυχίας / παύω να ανησυχώ / πεθαίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει μετά το μεσημεριανό γεύμα να ησυχάζει στο κρεβατάκι της





