Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δείχνω
- απόδοση: κατευθύνω με χαρακτηριστική κίνηση του χεριού / προσπαθώ να μην περάσει απαρατήρητο / παρουσιάζω αυτό που έχει ζητηθεί / εκθέτω / κάτι που εμφανίζει ενδείξεις / εκδήλωση συναισθημάτων / που αποδεικνύει ορθότητα συλλογισμού / καθοδηγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δε δείχνει τα αισθήματά του εύκολα
το βαρόμετρο δείχνει βροχή για σήμερα
δείχνει…
λ αληθοφανές
λ αποφασισμένος
λ ειλικρινής
λ καλό
λ μεγάλο ζήλο
λ νεότερος από ό,τι είναι
λ ξεκάθαρος
λ προτίμηση
λ πυγμή
λ συνεργάσιμος
λ χαμένος
έδειξε…
λ απαράμιλλο θάρρος στη μάχη
λ κατανόηση
λ τον πραγματικό του εαυτό





