Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξιδανικεύω
- απόδοση: αποδίδω ιδανική υπόσταση / αντιλαμβάνομαι άτομο ή κατάσταση ως ιδεώδες / αφαιρώ κάθε αρνητικό στοιχείο αντιλαμβανόμενος αυτό ως κάτι το ιδανικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνηθίζει να εξιδανικεύει τα άτομα του περιβάλλοντός της σιωπώντας για κάθε τι το αρνητικό





