Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπολείπομαι
- απόδοση: υστερώ / προκειμένου για ημιτελές σύνολο που χρειάζεται ένα μικρό αριθμό ομοίων στοιχείων ώστε να ολοκληρωθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το έργο έχει εξελιχθεί αρκετά & υπολείπονται ολίγα





