Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δεξιώνομαι
- απόδοση: παραχωρώ επίσημη κοινωνική συγκέντρωση κατ΄ οίκον ή σε ειδική αίθουσα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον δεξιώθηκε με πάσα επισημότητα
τον δεξιώθηκε με πάσα επισημότητα

