Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δεσμεύομαι
- απόδοση: αναλαμβάνω την ηθική ή νομική υποχρέωση / απαγορεύω την χρήση περιουσιακών στοιχείων υπό ορισμένες προϋποθέσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχει δεσμεύσει τα κεφάλαιά του στο εξωτερικό
το καθεστώς του δέσμευσε την περιουσία
δεσμεύεται…
λ δια όρκου > δια λόγου
λ με ανειλημμένες υποχρεώσεις
λ με ποινική ρήτρα & αποζημίωση με καταβολή μετρητών
λ με συμφωνητικό που προβλέπει ποινική ρήτρα
λ με τις αποφάσεις του





