Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακορεύω
- απόδοση: προξενώ ρήξη του παρθενικού υμένα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τη νυμφεύθηκε & ακολούθως τη διακόρευσε ενώ εκείνη διένυε ώριμη ηλικία
τη νυμφεύθηκε & ακολούθως τη διακόρευσε ενώ εκείνη διένυε ώριμη ηλικία

