Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακατέχω
- απόδοση: για έντονο συναίσθημα που έρχεται & κυριεύει τις διαθέσεις / έχω κάτι υπό απόλυτη εξουσία & κατοχή μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πλήθος διακατεχόταν από ενθουσιασμό
τον διακατείχε εκδικητική μανία
τον διακατέχουν τα πάθη του
την διακατέχει…
λ αδημονία
λ ανασφάλεια
λ ανυπομονησία
λ ανωτερότητα
λ βουλιμία
λ διψομανία
λ εκνευρισμός
λ εμπάθεια για το άτομό του
λ ερωτικό πάθος προς τη βιβλιοφιλία
λ ερωτομανία
λ ναρκισσισμός
λ πρεμούρα
λ συμπάθεια για το άτομό της
λ υπεροψία





