Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαβλέπω
- απόδοση: διακρίνω βάσει ενδείξεων κάτι πριν συμβεί ή πριν εκδηλωθεί πλήρως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διέβλεψε την ατυχή κατάληξη του γάμου > της σχέσεως
διείδε…
λ ορθά
λ την κατάσταση & έλαβε εγκαίρως τα μέτρα του
λ την πορεία των εξελίξεων εγκαίρως
λ τον επερχόμενο κίνδυνο





