Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακρατώ
- απόδοση: κατέχω / κρατώ κάτι / έχω υπό την εξουσία μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποδέχθηκε δημοσίως ό,τι διακρατεί απόρρητα έγγραφα του υπουργείου που διετέλεσε επικεφαλής κατά το παρελθόν





