Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασχημονώ
- απόδοση: ενεργώ με ασχημίες / συμπεριφέρομαι κατά τρόπο ανάρμοστο & απρεπή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνεπιβάτης τον επέπληξε διότι ασχημονούσε εις βάρος μίας νεαρής





