Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατευοδώνω
- απόδοση: συνοδεύω κάποιο αναχωρούντα προκειμένου να του ευχηθώ κάτι το ανθρώπινο / ξεπροβοδίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατευοδώθηκε από τους οικείους του στον αερολιμένα προ της αναχωρήσεώς του





