Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατευνάζω
- απόδοση: προκαλώ κατάσταση ψυχικής ηρεμίας απαλλάσσοντας κάποιον από εκρηκτικά συναισθήματα / μειώνω την ψυχική ή σωματική αντίδραση την προκαλούμενη από ενοχλητικό ερέθισμα / ικανοποιώ πιεστική ανάγκη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πρόχειρο φαγητό που του πρόσφεραν δεν στάθηκε αρκετό να κατευνάσει την πείνα του





