Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωχριώ
- απόδοση: γίνομαι ωχρός / χλωμιάζω εξ αιτίας έντονου συναισθήματος ντροπής ή φόβου / αισθάνομαι ή είμαι υποδεέστερος από άλλον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκφράζει αντιλήψεις που μπροστά τους ο Μακιαβέλι ωχριά
√ απόδοση: είναι κατώτερος, υποδεέστερος





