Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωφελώ
- απόδοση: έχω ή δέχομαι καλή επίδραση / προκαλώ θετικό αποτέλεσμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ενέργεια η οποία ωφελεί τον τόπο & το κοινό συμφέρον
ενέργεια η οποία ωφελεί τον τόπο & το κοινό συμφέρον

