Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωρύομαι
- απόδοση: εκφράζω συναισθήματα αγανάκτησης οργής ή πόνου με δυνατές & αγριωπές φωνές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ωρύετο εναντίον του δημοσίως
ωρύετο εναντίον του δημοσίως

