Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωραιοποιώ
- απόδοση: αντιλαμβάνομαι παρουσιάζω ή περιγράφω κάτι εξωραΐζοντας αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έπλασε εσφαλμένη εντύπωση για την ερωμένη του ωραιοποιώντας την εικόνα της





