Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπακούω
- απόδοση: υποτάσσομαι σε επιβαλλόμενα από άλλο πρόσωπο / συμμορφώνομαι με υποδείξεις ή επιθυμίες άλλου / υπόκειμαι σε αναγκαιότητα ή φυσικό νόμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπακούω κι εγώ όπως όλα τα δημιουργήματα στο νόμο της βαρύτητος





