Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χρήζω
- απόδοση: έχω ανάγκη από κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατοικία χρήζει εκτεταμένων επισκευών
προσφέρεται σε άτομα τα οποία χρήζουν βοηθείας
τα απαρχαιωμένα αστικά λεωφορεία χρήζουν αντικαταστάσεως
το θέμα χρήζει περαιτέρω μελέτης
το κτίριο χρήζει ανακαινίσεως
το οικοδόμημα χρήζει επισκευής > συντηρήσεως
το τροχαίο υλικό χρήζει συντηρήσεως





