Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπτερώνω
- απόδοση: τονώνω κάνω κατά το δυνατόν εντονότερο κάποιο συναίσθημα / ενθαρρύνω / εξυψώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο λόγος του μας αναπτέρωσε το ηθικό εξυψώνοντας αυτό στα ύψη





