Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χρησιμοποιώ
- απόδοση: κάνω να λειτουργήσει ως μέσον / μεταχειρίζομαι / κάνω κάποιον να εργαστεί για λογαριασμό μου / προκειμένου για την ικανοποίηση πνευματικών αναγκών ή την επίτευξη στόχων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
χρησιμοποιεί…
λ ευτελισμένα & άθλια μέσα
λ το γάμο του ως βατήρα για την επαγγελματική αναρρίχηση στον καλλιτεχνικό χώρο
λ το χρήμα ως μέσον εξαγοράς συνειδήσεων εκμαυλίζοντας κάθε χρήσιμο άτομο για τις ανάγκες του





