Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωθώ
- απόδοση: ασκώ πίεση προς μία ορισμένη κατεύθυνση / παρακινώ σε ενέργεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ότι η κατάσταση ωθείται στα άκρα
φέρεται ωθούμενος από μικρότητα
ωθεί τα πράγματα σε ακρότητες μη αντιλαμβανόμενος τις συνέπειες





