Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επουλώνω
- απόδοση: ενεργώ ώστε τραύμα να επουλωθεί / περιορίζω τις συνέπειες αρνητικού γεγονότος εξαφανίζοντας τα αποτελέσματα αυτού με σταθερό βήμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φρόντισε να επουλώσει με τις ενέργειες του τα επακόλουθα της πτώχευσης της οικογενειακής επιχείρησης





