Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επανορθώνω
- απόδοση: επαναφέρω κάτι στην πρότερη κατάσταση / δια ενεργειών μειώνω τις βλαπτικές συνέπειες άλλης ενέργειας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια των ενεργειών του επανόρθωσε την αδικία που διέπραξε εις βάρος του συνεταίρου του





